Πάντα κάτι λείπει. Έτσι είναι ο άνθρωπος. Η φύση του. Μπορεί να τα έχεις όλα φαινομενικά. Την υγεία σου, τους δικούς σου, τον άνθρωπό σου, τη δουλειά σου, τα ικανοποιητικά για να ζεις λεφτά σου, ένα μέλλον, τη ζωή μπροστά σου. Κι όμως. Θα γκρινιάξεις.
-Δεν είμαι καλά.Δεν την παλεύω.
-Και τι έχεις;
Αυτό θα στο ρωτήσει ο φίλος σου, ο γνωστός σου, κάποιος τελοσπάντων που μάλλον νοιάζεται.
Θα σου χαιδέψει τα μαλλιά, θα σε πιάσει στον ώμο.Επαφή.
-Και τι έχεις;
-Δεν είμαι καλά. Δεν ξέρω.
Ήμουν στην βεράντα το απόγευμα. Ήλιος, μετά από πολλές μέρες, και τέλεια θερμοκρασία. Από μέσα ακουγόταν το Sheila take a bow. Στεκόμουν εκεί όρθια και κοίταζα.
Έχω την υγεία μου, σκέφτηκα. Έχω την μαμά μου και την αδερφή μου καλά. Ο μπαμπάς λείπει, και μου λείπει συνεχώς, αλλά ναι, αυτή είναι η κατάσταση τώρα. Τον άνθρωπό μου; Τον έχω; Δεν ξέρω.. Μάλλον όχι γιατί άμα τον είχα θα ήμουν σίγουρη, δεν θα αναρωτιόμουν. Έχω όμως 2-3 φίλους που μ αγαπούν όντως. Και μερικούς ακόμη που νοιάζονται. Δουλειά δεν έχω.Αλλά έχω όλη τη ζωή μπροστά μου. Και έχει λιακάδα και τέλεια θερμοκρασία. Το φαγητό μου ήταν πολύ νόστιμο. Τι τυχερή είμαι που μπορώ και μαγειρεύω καλά. Το Αιντχόεν είναι χάλια, αλλά νταξ, είναι και τα παιδιά εδώ και επίσης είμαι στα πόδια μου. Όρθια. Και ούτε καν 27.
Κι αν με ρωτήσεις, θα σου πω ΚΑΛΑ ΕΙΜΑΙ! Και θα το εννοώ.
